Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Θρησκεία καὶ Λατρεία

θρησκ-εία , Ion. θρησκ-είη , , (θρησκεύω)
A.religious worship, cult, ritual,  περὶ τὰ ἱρὰ θHdt.2.18IG12(5).141.5 (Paros, iii B.C.), J.AJ17.9.3, etc.; “τοῦ ἈπόλλωνοςSIG801 D (Delph., i A.D.);  περί τινος θ. ib. 867.48 (Ephesus, ii A.D.): pl., ritesHdt.2.37D.H.2.63PGnom. 185 (ii A.D.), Wilcken Chr.72 (iii A.D.).

θρησκείαΙων. -είη ή -ίη, θρησκευτική λατρεία ή εθιμοτυπία, σε Ηρόδ.

λατρεία (λατρεύω)· 1. μισθωτή υπηρεσία, δουλεία, σε Τραγ. 2. λατρεία τοῦ θεοῦθεῶν, υπηρεσία στους θεούς, λατρεία των θεών, σε Πλάτ.

A.the state of a hired labourer, service, A.Pr.966; “ἐπίπονον ἔχειν λ.” S.Tr.830 (lyr.): pl., “οἵας λατρείας ἀνθ᾽ ὅσου ζήλουτρέφει” Id.Aj.503, cf. E.Ph.225 (lyr.), etc.: metaph., the business or duties of life, Plu.2.107c.
2. λτοῦ θεοῦθεῶνservice to the gods, divine worshipPl.Ap.23cPhdr.244e (pl.): abs., LXX Ex.12.25, al.,Ep.Rom.9.4, etc.

Οἱ Ἕλληνες δὲν εἶχαν θρησκεία, ἀλλὰ λατρεία ἔλεγαν διάφοροι χιλιαστὲς αὐτοπαρουσιαζόμενοι ὡς οἱ κατ'ἐξοχὴν γνῶστες τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ χρόνος βεβαίως ἔδειξε τὴν ποιότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ τους.