Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Oι BRICS και οι Ελληνικοί Υδρογονάνθρακες


Πηγή...

Με εξαίρεση την δημοσιότητα που συνόδευσε την πρόσφατη επίσκεψη του Πρωθυπουργού κ. Τσίπρα και του Υπουργού ΠΑΠΕΝ κ. Λαφαζάνη στην Ρωσία και τις εκεί συνομιλίες για τα ενεργειακά, και κάποια απόνερα αυτών των συνομιλιών που ακολούθησαν, με τον “αέρα κοπανιστο” γύρω απο ένα σχέδιο αγωγού με τις ονομασίες Turkish Stream ή/και Greek Stream, λίγοι πρόσεξαν πως προέκυψε και κάτι άλλο... πιο ουσιαστικό.
Μια ανοικτή πρόσκληση εκ μέρους της ελληνικής κυβερνήσεως στις ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες να συμμετάσχουν στον επικείμενο, τον Ιούλιο, μεγάλο διεθνή Γύρο Παραχωρήσων δικαιωμάτων εξερεύνησης και εκμετάλλευσης κοιτασμάτων υπό τον βυθό είκοσι υπεράκτιων (offshore) οικοπέδων στα βαθιά νερά (deepwater/=από 500μ-2,000μ βάθος νερού) του Ιονίου, και στα υπέρ-βαθιά νερά (ultra-deepwater/άνω των 2,000μ) σχεδόν όλων εκείνων νοτίως της Κρήτης. Να σημειωθεί ότι στα οικόπεδα αυτά, ιδαίτερα στο Ιόνιο, έχει πιστοποιηθεί ύπαρξη ενεργών πετρελαϊκών σύστημάτων, ανάλογα με εκείνα στην εγγύς περιοχή της Νότιας Ιταλίας και Αλβανίας. Ωστόσο, εντάσονται, μηδενός εξαιρουμένου, σε αυτό που η διεθνής πετρελαϊκή βιομηχανία χαρακτηρίζει ως  “frontier zone”, μιάς και όλα ανήκουν σε πεδία με γεωτρητικά ανεξερεύνητες γεωλογικές δομές... και έτσι υψηλής εξερευνητικής δαπάνης και ρίσκου.

Ακόμη όμως λιγότεροι παρατήρησαν πως η πρόσκληση αυτή είναι μέρος μιάς ταυτόχρονης σχεδόν εκστρατείας προσκλήσεων στις πετρελαϊκές εταιρείες και δύο άλλων χωρών. Αφενός προς αυτών της Κίνας, μέσω της κοινοποίησης ομόλογου προσκλητήριου στις 20/04/2015 από τον ίδιο τον κ. Λαφαζάνη προς τον εδώ πρέσβυ της Κίνας, αφετέρου στο κρατικό μεγαθύριο της Petrobras της Βραζιλίας, στις 17/04/2015, μέσω του αναπληρωτή ΥΠΕΘΑ, κ. Ησυχου κατά την εκεί επίσκεψή του.

Δεν διαφεύγει ασφαλώς της προσοχής ότι οι τρεις αυτές χώρες, Ρωσία, Κίνα Βραζιλία, μαζί με την Ινδία –της οποίας, ειρήσθω εν παρόδω, πολυπληθείς αντιπροσωπεία της  δικής της  μεγάλης εθνικής πετρελαϊκής εταιρείας, ONGC, είχε αυτοβούλως επισκεφθεί πέρυσι την άνοιξη το υπουργείο ενέργειας γιά την σχετικη ενημέρωση και... ήλθε, είδε και απήλθε χωρίς έκτοτε να δώσει σημεία ζωής–  συγκροτούν  μιά οργανωτικά χαλαρή μεταξύ των σύμπραξη,  γνωστή με το εκ των ονομάτων τους ακρώνυμο, BRICS  (Brazil, Russia, India, China), στην οποία προστέθηκε προ τριετίας  και η Νότιος Αφρική (South Africa).

Σύμπραξη που πηγάζει από το γεγονός ότι βρίσκονται και οι πέντε αυτές χώρες σε περίπου παρόμοια επίπεδα ανερχόμενης οικονομικής ανάπτυξης, άλλα και μιάς λίγο ώς πολύ παρόμοιας κρατικής υφής της ανάπτυξης αυτής.

Και προκειμένου να θωρακίσουν την νέα αυτή οικονομική τους δύναμη, επιζητούν τον μεταξύ των πολιτικό συντονισμό ώστε να αυξήσουν την διεθνή  διαπραγματευτική τους ισχύ έναντι των κυρίαρχων οικονομικά Δυτικών χωρών, και κυρίως των ΗΠΑ, σε μιά σειρά διεθνών εμπορικών και πολιτικών ζητημάτων (κλιματικής αλλαγής, πυρηνικής ενέργειας, κανόνων διεθνών εμπορικών σχέσεων/ΔΟΕ, κτλ). 

Πρόφαση για τις προσκλήσεις στις τρεις BRICS για συμμετοχή εταιρειών τους στην αναζήτηση υδρογονανθράκων στους ελληνικους βυθούς, προβάλλεται η ανάγκη εμπλουτισμού του, κατά πληροφορίες, πολύ μικρού αριθμού ενδιαφερομένων που φέρονται ως υποψήφιοι συμμετοχής  στις διαδικασίες του μεγάλου αυτού Γύρου Παραχωρήσεων. Ρίχνει όμως βαριά την σκιά της η υποψία ότι οι προσκλήσεις αυτές απεστάλλησαν, ακριβώς διότι οι διεθνείς οικονομικοί προσανατολισμοί των παραλληπτριών χωρών μελών ΒRICS, συνάδουν με μιά επιζητούμενη ομόλογη πολιτική χάραξη οικονομικών συναλλαγών (της ενεργειακής πολιτικής περιλαμβανομένης) της σημερινής κυβέρνησης –και ιδιαίτερα του υπουργού ενέργειας κ. Λαφαζάνη-  περί απεγκλωβισμού από “την νεο-φιλελεύθερη Ευρωπαϊκή οικονομική κυριαρχία και Αμερικάνικη ηγεμονία”.

Οι επιλεγμένες όμως αυτές προσκλήσεις δύσκολα θα βρούν ανταπόκριση. Και αυτό γιατί η αποστέλλουσα ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να αγνοεί βασικά δεδομένα της πργαματικότητας  του κεντρικού  πυλώνα της διεθνούς βιομηχανίας πετρελαίου, του κλάδου εξερεύνησης & παραγωγής υδρογονανθράκων, γνωστού και ως “Upstream”.

Ειδικότερα:

Α) - Οι κύριες πετρελαϊκές εταιρείες της Ρωσίας, Gazprom, Lukoil, Rosneft, όπως και οι μικρότερες Gazpromneft και Zarubezhneft  είναι, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, στεριανής πάστας και προτίμησης.  Διαθέτουν μόνο ελάχιστη σύγχρονη τεχνογνωσία των πολύπλοκων εργασιών εξερεύνησης θαλασσίων κοιτασμάτων, ιδιαίτερα δε όπως εκείνων που (ίσως) υπάρχουν κάτω από τα βαθιά νερά στο Ιόνιο, πολύ δε περισσότερο εκείνων των ultra-deepwater οικόπεδων της Κρήτης.

Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι,  με εξαίρεση κάποιες γεωτρήσεις και εξερευνήσεις στα αβαθή Ρωσικά παράκτια της Κασπίας, της Θάλασσας Αζόφ και ορισμένων εκ των Αρκτικών θαλασσών, απολύτως καμμία από τις γνωστές τεράστιες  λεκάνες Ρωσικών υδρογονανθράκων, στα βαθιά  παράκτια και υπεράκτια της νήσου Σαχαλίνης στην Θαλασσα Οκχότσκ του Βόρειο-δυτικού Ειρηνικού, δεν έχουν διανύσει την απόσταση μεταξύ εξερεύνησης μέχρι την εμπορική ωρίμανση και εκμετάλλευση, χωρίς την συμμετοχή -τεχνογνωσίας αλλά και κεφαλαίων- των ιδιωτικών Δυτικών εταιριών πετρελαίου, κυρίως δε των BP, Shell και Exxon.

Ομοίως οι σχετικά πρόσφατες προσπάθειες ανοίγματος των μεγάλων υδρογονανθρακικο-πιθανών, μα ακόμη ανεξερεύνητων εκτάσεων των διάφορων Αρκτικών θαλάσσιων (frontier)  της Ρωσίας συντελούνται  και εκεί, αποκλειστικά με την συμμετοχή των Δυτικών εταιρειών (ιδίως των Exxon, Statoil, Total).  Μέχρις που οι κλιμακούμενες από πέρυσι κυρώσεις των ΗΠΑ/ΕΕ εις βάρους της Ρωσίας εξ αιτίας του Ουκρανικού ζητήματος, έβαλαν τέρμα -παρά την εντονότατη δυσφορία των εταιρειών- στις εργασίες  αυτές.

Διεθνώς, οι Ρωσικές εταιρείες απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά από τα πολυάριθμα (~1,400) θαλάσσια upstream projects ανά την υφήλιο.  Eξαίρεση αποτελούν αφενός, δύο πρώτες (και τελικώς ανεπιτυχείς) εφόρμησεις σε βαθιά νερά της Κούβας, το 2012 από την Gazpromneft και το 2014 από την Zarubezhneft (με την συμμετοχή της πιό έμπειρης Ισπανικής  Repsol στην τελευταία), και αφετερου, ένα εγχειρήμα της  Zarubezhneft σε δύο παράκτια οικόπεδα  του Βιετνάμ το 2010,  καθώς και κάποια μικρή ενασχόληση των Lukoil/Gazpromneft σε μερικά παράκτια οικόπεδα, χαμηλών τεχνικών απαιτήσεων, στην Ισημερινή Γουϊνέα της Δυτικής Αφρικής.

Αλλά δεν στερούνται μόνο τις απαιτούμενες επαρκώς σύγχρονες ειδικές γνώσεις, προκειμένου να αναμειχθούν στο Ελληνικό υδρογονανθρακικό “frontier”... όπως απαιτεί εξαλλου και η συμμόρφωση με τους αυστηρότατους νέους κανόνες προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Ενωσης  μετά το ατύχημα Macondo στο Κόπλο του Μεξικού το 2010.  Στερούνται και τα απαιτούμενα κεφάλαια. Μιά εκστρατεία εξερεύνησης σε ένα μόνο πεδίο ενός οικοπέδου, θα ανέλθει, στοιχειωδώς και κατ’ ελάχιστον, σε μερικές δεκάδες εκατομμυρίων δολλαρίων  μόνο για μια πρώτη φάση γεωτρητικών εργασιών, για να μην μιλήσουμε -στην περίπτωση που ανευρεθούν εκμεταλλεύσιμες εμπορικές ποσότητες- για χρηματικές ανάγκες δημιουργίας εγκαταστάσεων παραγωγής, εκθετικά μεγαλύτερες.

Και τα οικονομικά των Ρωσικών πετρελαϊκών εταιρειών δεν είναι τόσο ανθηρά τα τελευταία χρόνια που να επιτρέπουν περιπέτειες γεμάτο ρίσκο στις Ελληνικές θάλασσες. Ιδιαίτερα δε σήμερα που υφίστανται τον αποκλεισμό από τις δυτικές αγορές κεφαλάιου εξαιτίας των κυρώσεων και την εξ’ αυτών ραγδαία υποτίμηση της αξίας του ρουβιου. ΄Ο,τι διαθέσιμα υπάρχουν πηγαίνουν σε βασικές και αναγκαίες εργασίες του κλάδου στο εσωτερικό της Ρωσίας. Και μη ξεχάμε ότι οι  πόροι αυτοί  έχουν υποστεί τους τελευταίους μήνες έτι περαιτέρω μείωση εξαιτίας της μεγάλης πτώσης των διεθνών τιμών του αργού.

Χωρίς επομένως την απαιτούμενη σύγχρονη τεχνογνωσία και εμπειρία, χωρίς επαρκή κεφάλαια (εκτός αν επιδοτηθούν απο το Ρωσικό δημόσιο) και με πιθανή απαγόρευση συμμετοχής σε διαγωνισμό που υπόκειται στην δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, λόγω των υφιστάμενων κυρώσεων (αφορά τις Rosneft και Gazpromneft)…  φαντάζει  μάλλον χλωμή η έλευση των Ρώσων πετρελαιάδων στους Ελληνικούς υδρογονάνθρακες...

Β)  Σε αντίθεση με τους Ρώσικες πετρελαϊκες, οι τρεις εταιρείες  του Κινεζικού κράτους, China National Offshore Oil Corporation (CNOOC), China National Petroleum Corporation ( CNPC) και Chinese Petroleum&Chemical Corporation (Sinopec), δεν στερούνται ίδιων χρηματικών πόρων και προσβάσεων σε επενδυτικά κεφάλαια. Αυτό  που τους έλειπε, είναι η τεχνογνωσία και η εις βάθος εμπειρία της offshore εξερεύνησης/παραγωγής.

Προς αντιμετώπιση αυτού του κενού, οι Κινέζοι, εδώ και μιά δεκαετία αποφάσισαν να αποκτήσουν, τις γνώσεις που χρειάζονται μέσω συνεργασιών  με διάφορες Δυτικές πετρελαϊκές, τόσο μεσαίας κλίμακας μεγέθους όπως και με τις μεγάλες “super-majors”. Μάλιστα στην πολιτική αυτή των συνεργασιών, περιλαμβάνονται και εξαγορές, με κορυφαίες  περιπτώσεις το 2009,  αυτήν της  Ελβετικών συμφερόντων Addax Petroleum ($7,5 δισ.) και το 2013 της Καναδικής Nexen ($13,5 δισ.). Προσκομίζοντας στους Κινέζους,  όχι μόνο δικαιώματα επί της παραγωγής σε ολόκληρο τον Κόλπο της Γουινέας της Δυτική Αφρική, σε δεκάδες Βρετανικά πεδία στην  Βόρεια Θάλασσα και εκατοντάδες στο Κόλπο του Μεξικού, μα και πρόσβαση της μεγάλης offshore τεχνογνωσίας που διέθεταν οι εταιρείες αυτές.

Φρόντιζαν όμως πάντα οι εξερευνητικές αυτές συνεργασίες να πραγματοποιούνται μακριά από τα πλούσια υποσχόμενα κοιτάσματα στην δική τους θάλασσα της Νότιας Κίνας και άλλων γειτονικών εκτάσεων που θεωρούν ότι τους ανήκουν (ερχόμενοι έτσι σε έντονες προστριβές χάραξης υφαλοκριπίδος/ΑΟΖ με όλους σχεδόν τους γείτονες τους).  Κοιτάσματα στην εκμετάλλευση των οποίων στόχευουν, σύν  τω χρόνω, να έχουν τον κυρίαρχο επιχειρησιακό και εμπορικό λόγο στο πλήθος των προτάσεων σύμπραξης που ήδη τους είχαν προταθεί από μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες της Δύσης (Anadarko, Chevron, BP, Shell, κ.α),.. αν και τους τελευταίους μήνες, λόγω της απότομης πτώσης των τιμών του αργού, κάποιες αποσύρουν τις προτάσεις τους.

Οι Κινέζικες εταιρείες, κυρίως οι CNOOC και Sinopec που είναι και οι πιο δραστήριες στις οffshore δουλειές, δεν ενδιαφέρονται να συμμετέχουν σε παρθένα εξερευνητικά (δηλαδή frontier) πεδία (με κάποιες σχετικά πρόσφατες εξαιρέσεις σε μερικά πάρακτια οικόπεδα της Κολομβίας και του Εκουαδόρ).

Αυτό που κυρίως τους ενδιαφέρει, πέραν της αποφυγής του υψηλού εξερευνητικού ρίσκου που ενέχουν τέτοια πεδία, είναι η μάθηση των πιο ώριμων σταδίων της εξερευνητικής προσπάθειας.  Ιδιαίτερα όταν αρχίζει  η πολύπλοκη υποθαλάσσια σύνδεση των κοιτασμάτων με τις μεγάλες (και πολυδάπανης κατασκευής) πλωτές υπεράκτιες πλατφόρμες άντλησης και αποθήκευσης.

Και βεβαίως έχουν συμβάλει και οι ίδιες ούκ ολίγα δισεκατομμύρια αγοράζοντας –μαζί με την συμμετοχή στην συν-εκμετάλλευση των σχετικών κοιτασμάτων, σχεδόν όλα  ευρισκόμενα στον Κόλπο της Γουινέας -  μερίδια ιδιοκτησίας τέτοιων υπεράκτιων εγκαταστάσεων. Με τα πιο επιφανή αυτά των πελώριων εγκαταστάσεων να βρίσκονται στα Νιγηριανά πεδία Εgina και Αkpo, αλλά και πρόσφατα του πεδίου Usan, που ήλθε στην κατοχή της CNOOC με την εξαγορά της Νexen, το καθένα  με δυνατότητες άντλησης και επεξεργασίας ~180,000 βαρελιών πετρελαίου και ~5 εκατ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ημερησίως, μαζί με ικανότητα αποθήκευσης ~2,000,000 βαρελιών.




Την τελευταία περίπου πενταετία, οι Κινέζοι έχοντας αποκομίσει πλέον τις βασικές offshore γνώσεις και εμπειρίες, που συνεχώς εμπλουτίζουν, αρχίσαν, μαζί με την εκπαίδευση τεχνικών στελεχών, να κατασκευάζουν τα αναγκαία ειδικά εκείνα εργαλεία (μαζί με τον κατά περίπτωση αναγκαίο προχωρημένο λογισμικό) που χρησιμοποιούνται σε όλη την τροφική αλυσίδα των διαδικασιών του κλάδου της θαλάσσιας πετρελαϊκής εξερεύνησης/ παραγωγής. Σκάφη για την διεξαγωγή δισδιάστατων και τρισδιάστατων σεισμικών ερευνών, γεωτρύπανα διείσδυσης μεγάλου βάθους, πλατφόρμες άντλησης, επεξεργασίας και αποθήκευσης ροών αργού και φυσικού αερίου μαζί με ολόκληρα τα συστήματα υποθαλάσσιων διακλαδώσεων και αγωγών που τις συνδέουν, κτλ.

Η πολυσχιδής και συνολική αυτή ενασχόληση με offshore δραστηριότητες ήδη αρχίζει, αχνά μεν, να αποδίδει καρπούς. Η πρώτη αυτόνομη Κινεζική προσπάθεια ολοκληρωμένου εντοπισμού, εξερεύνησης και εξόρυξης υδρογονανθράκων από υπεράκτιο θαλάσσιο πεδίο, στέφθηκε με επιτυχία μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο με επιβεβαίωση εκμεταλλεύσιμης ποσότητος φυσικού αερίου της τάξεως των 100 δισ. κυβικών μέτρων στο κοίτασμα Lingshui 17-2... φυσικά στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Αν και το Lingshui κείται υπό τον βυθό σε νερά βάθους μόνο 1,300μ, είναι βέβαιο ότι αποτελεί την πρώτη από μιά σειρά πολλών άλλων και πιο φιλόδοξων τέτοιων αυτόνομων Κινεζικών προσπαθειών στις θάλασσες των.

Χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι Κινέζοι θα απωλέσουν την μέχρις σήμερα εξωστρέφεια των πετρελαϊκών τους δραστηριοτήτων στις θάλασσες. Μόλις τον περασμένο  Οκτώβριο  μάλιστα η CNOOC απέκτησε, παραδόξως, δικαιώματα εξερεύνησης σε υπεράκτια Ισλανδικά οικόπεδα 600 χλμ  βόρεια της νησιωτικής αυτής χώρας, σε συνεργασία με μια μικρή κρατική Νορβηγική εταιρεία εξερευνήσεων. Οχι πως προσδοκά σημαντικά οφέλη παραγωγής από τις όποιες δραστηριότητες θα διεξάγουν εκεί. Ο πραγματικός στόχος είναι πάλι η μάθηση και η εξοικείωση, ειδικά δε στη διεξαγωγή τέτοιων offshore εργασιών σε συνθήκες ακραίου ψύχους που επικρατούν στον Βόρειο Ατλαντικό. Για χρήση αργότερα στα πλούσια πεδία των Αρκτικών θαλασσών της Ρωσίας... τώρα που εξαναγκάζονται να αποχωρήσουν (προσωρινώς ?) τα δυτικά super-majors και τους προσκαλεί επίμονα  η Ρωσία να πάρουν την θέση των!

Μέσα λοιπόν σε αυτό το γίγνεσθαι, είναι εξαιρετικά αμφίβολο να επιδείξουν οι Κινέζικες πετρελαϊκές εταιρείες ενδιαφέρον για αυτόνομη συμμετοχή στα ελάχιστα μελετημένα, γεωλογικά σύνθετα και σχεδόν παρθένα υδρογονανθρακικά πεδία των Ελληνικών θαλασσών. Αφενός, δεν είναι ακόμα έτοιμες να ρισκάρουν κεφάλαια, ανθρωποώρες και γνώσεις  στα βαθιά ή πολύ βαθιά νερά της πλειοψηφία των πεδίων αυτών, ιδιαίτερα κάτω από τις εξαιρετικά αυστηρούς όρους περιβαλλοντικής προστασίας της ΕΕ που διέπουν τις εργασίες αυτές. Αφετέρου, οι προτεραιότητες τους  τώρα είναι αλλού, στις θάλασσες πέριξ της Κίνας με τα προσδοκόμενα δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, αλλά και στα ομόλογα μεγάλα θαλάσσια αποθέματα της Ρωσικής Αρκτικής, (ιδίως όσον αφορά το φυσικό αέριο) με τα οποία  στοχεύουν στο μέλλον να προμηθεύουν  και μ’ αυτά την χώρα τους βάσει των μακροπρόθεσμων (διάρκειας 35 χρόνων) ενεργειακών συμφωνιών μαμούθ   που υπογράφησαν μόλις στις αρχές του 2014 μεταξύ της Κίνας και της Ρωσίας.

Ενδεχομένως είναι δυνατόν να εμφανισθούν οι Κινέζοι εάν υπάρξει πιθανότητα σύμπραξης σε consortium με Δυτικές εταιρείες, περίπτωση  όμως που δεν είναι προς το παρόν, καθόλου ορατή. Μόνες του όμως, δεν θα αφήσουν, με άλλα λόγια, τον γάμο να πάνε για πουρνάρια...

Γ)  Δεν μπορούμε να πούμε σήμερα πολλά πράγματα για την κρατική Petrobras. Χωρίς αντίρρηση πρόκειται για μια από τις κορυφαίες, αν όχι η κορυφαία παγκοσμίως πετρελαϊκή εταιρεία, ως προς την ικανότητα διεξαγωγής υπερβαθέων (ultra deepwater) εξερευνήσεων.  Εχει συμμετάσχει στο παρελθόν σε δύσκολες τέτοιες εργασίες σε πολλές “frontier” offshore περιοχές του πλανήτη (συμπεριλαμβανομένων, προ πενταετίας,  και στην Μαύρη Θάλασσα σε συνεργασία με την κρατική Τουρκική εταιρεία υδρογονανθράκων, ΤPAO). Επιπλέον, κατέχει σχεδόν μοναδική εμπειρία στην πολύ απαιτητική σύνθετη εξερεύνηση και εξόρυξη πλουσιωτάτων κοιτασμάτων που βρίσκονται κάτω  από σχεδόν αδιαπέραστα προ-αλάτια (pre-salt) γεωλογικά στρώματα, κείμενα σε λεκάνες 4/5,000 μ υπό των  πολύ βαθειών Βραζιλάνικων νερών στα εξωχώρια πεδία της χώρας στον Ατλαντικό.

Παρά ταύτα, η εταιρεία δεν διάγει σήμερα τις καλύτερες των ημερών. Αντιμέτωπη με μια όλο και πιο δαιδαλώδη Βραζιλιάνικη γραφειοκρατία, που την φορτώνει συνεχώς με νέα ρυθμιστικά εμπόδια,  με μια  σπάταλη κομματικής και πελατειακής προέλευσης διαχείρηση που χαρακτηρίζεται διεθνώς ως ολέθρια, και μ’ ένα περιρρεόν εταιρικό κλίμα εκτεταμένης και αλληλο-διαπλεκόμενης διαφθοράς μεταξύ στελεχών και κυβερνητικών παραγόντων.

Στην πραγματικότητα η Petrobras σήμερα σχεδόν καταρρέει, μη δυνάμενη να προσλεκύσει σοβαρούς επενδυτές προκειμένου να αναπτύξει, ακόμη και να συντηρήσει τα πολλά ημιτελή της παραγωγικά θαλάσσια οικόπεδα και εγκαταστάσεις. Μονο η Κίνα, ειρήσθω εν παρόδω, έχει έλθει τους τελευταίους μήνες στην βοήθεια της εταιρείας με ένα δάνειο $3,5 δισ. Με το αζημίωτο όμως, μιας και είναι διασφαλισμένο,  με εγγυήσεις επί των παραγωγικών κοιτασμάτων της, σε περίπτωση κατάπτωσης των δόσεων αποπληρωμής. Σε μιά τέτοια περίπτωση δηλαδή τα Βραζιλιάνικα πετρέλαια θα περάσουν στην ιδιοκτησία της Κίνας...

Και σαν κερασάκι στην τούρτα, ήθλε η πρόσφατη ραγδαία  και απότομη πτώση των τιμών του αργού, προκαλώντας νέες συμφορές στις ήδη υπάρχουσες. Ηδη, με υπόδικους δεκάδες ανώτερων στελεχών της να αντιμετωπίζουν κατηγορίες διαφοράς και τον πρώην Διευθύνοντα Σύμβουλο να φυλακίζεται για παρόμοια αδικήματα και κατάχρηση εξουσίας, μόλις την περασμένη εβδομάδα ανακοινώθηκε καθίζηση της καθαρής παρούσας αξίας της εταιρείας   (impairment) κατά περίπου $15 δισ., ενώ η χρήση 2014 καταγράφει ζημία $7 δισ., εκ των οποίων τα $2 δισ. οφείλονται σε πρακτικές διαφθοράς (μίζες, υπερτιμολογήσεις, κτλ)!

Με τέτοιες συνθήκες είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς πως η Petrobras θα έχει το παραμικρό ενδιαφέρον να ασχοληθεί με το τι κείται στους Ελληνικους βυθούς. Πρώτο και επιτακτικό της μέλημα σήμερα, δεν είναι άλλο από το να προσπαθήσει να βάλει κάποια τάξη στα του οίκου της. Τίποτε άλλο.

Ας  κρατάμε λοιπόν πολύ μικρό καλάθι προσδοκιών σχετικά με τις προσκλήσεις της κυβέρνησης  προς τις Ρώσικες, Κινέζικες και Βραζιλιάνικες εταιρείες να βοηθήσουν με την συμμετοχή τους, στην κατά τα φαινόμενα χωλαίνουσας ελκυστικότητας προσπάθεια ανεύρευσης και αξιοποίησης υδρογονανθράκων στις Ελληνικές θάλασσες. Είτε άλλες δεν μπορούν... είτε άλλες δεν θέλουν.

Ετσι, η μέχρι στιγμής διαφαινόμενη απροθυμία να προσέλθουν Δυτικές ιδιωτικές εταιρείες πετρελαίου στο κάλεσμα του Γύρου Παραχωρήσεων του Ιουλίου, δεν θεραπεύεται με ιδεοληπτικά χρωματισμένα ματζούνια περί συνδρομής εταιρειών των  BRICS. Τα αίτια της, ναι μεν οφείλονται εν μέρει στην πολύ φειδωλή πλέον ανταπόκριση της παγκόσμιας βιομηχανίας εξερεύνησης νέων πεδίων, λόγω της πτώσης των διεθνών τιμών του αργού.  Αλλά οφείλονται εξ΄ίσου, -αν όχι περισσότερο- σε όλες εκείνες τις ίδιες αιτίες που κάνουν την  Ελλάδα μια μη επενδύσιμη χώρα για σχεδόν όλους τους κλάδους της οικονομίας.